αλλάκτης

αλλάκτης
ο участник обмена

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "αλλάκτης" в других словарях:

  • αλλάκτης — ο (Α ἀλλάκτης) [ἀλλάζω] 1. αυτός που ανταλλάσσει κάτι με άλλο, αυτός που πραγματοποιεί ανταλλαγή πραγμάτων (ιδιαίτερα νομισμάτων) με άλλα 2. που έχει με άλλον εμπορικές συναλλαγές, δοσοληψίες 3. (για μηχανήματα) μετατροπέας, μετασχηματιστής …   Dictionary of Greek

  • αλλακτής — και χτής, ο (θηλ. κτρια και χτρια) [αλλάζω] αυτός που επισκευάζει, επιδιορθώνει φθαρμένα μηχανήματα, έπιπλα, ρούχα κ.λπ. και ειδικά αυτός που αντικαθιστά τα φθαρμένα εξαρτήματα ή μέρη τους με καινούργια …   Dictionary of Greek

  • αλλάζω — (Α ἀλλάσσω, αττ. ἀλλάττω και διαλεκτικά ἀλλάζω) Ι. (μτβ.) 1. κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν μέχρι τώρα, μεταβάλλω, αλλοιώνω, διαφοροποιώ 2. (αρχ. και μεσ.) δίνω ή παίρνω κάτι με αντάλλαγμα, ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή 3. αντικαθιστώ,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»